A not so serious definition of beauty that lost its meaning amongst universal incidents/ Ένας όχι και τόσο σοβαρός ορισμός της ομορφιάς που έχασε τον νόημα του μεταξύ παγκόσμιων γεγονότων.

“Beauty is universal, yet taste is unique”,

“Close your eyes”, I was told
As two cups of wine were brought forth
Read bearing the one, white the other
“Now sense the color with your tongue.
Can you taste the beauty splashing flavors in your mouth?”

But I was lost in the heat
That two bodies can produce
Amidst the ocean while they float
Spray creating that be becomes
The fog of a misty morning

“Close your ears”, I was told
As  a  set of piano keys were brought forth
Black being half, white the rest
“Now sense the music with your fingers.
Do you hear the beauty sounding
The rhythm through your bones?”

But I was lost in the heat
That two bodies can produce
On top of the ice beds as they lay
Water creating that becomes
The morning drops on a tree leaf.

“Close your nose”, I was told
As two flowers were brought forth
Yellow being the one, white the second
“Now smell the perfume with your eyes,
Do you enjoy the beauty that splashes colors before your gaze?”

But I was lost in the heat
That two bodies can produce
Amidst the sky while the fly
Fire trails creating that become
The morning sunrays which awake the world

“Close your mouth with you hands”, I was told
As one body was brought forth
Half being female, male the other
“Now, make love with your imagination,
Do you enjoy the exploding orgasm
That stops your heart for a second?”

But I was lost in the heat
Of a thousand universal beauty incidents that were stealing my senses.

«Κλείσε τα μάτια», μου είπαν
Καθώς δύο κούπες με κρασί μου έφεραν
Κόκκινο η μία, η  άλλη λευκό είχε
«Τώρα νιώσε το χρώμα με τη γλώσσα σου,
Μπορείς να γευτείς την ομορφιά να γεμίζει με γεύσεις το στόμα σου?»

Αλλά εμένα με είχε συνεπάρει η θερμότητα
Που δύο σώματα μονάχα μπορούν να παράγουν
Όταν πλέουν σε έναν ωκεανό
Δημιουργώντας υδάτινες ψεγάδες οι οποίες γίνονται ομίχλη σε ένα μουντό πρωινό

«Κλείσε τα αυτιά σου», μου είπαν
Καθώς μία συστάδα από πλήκτρα πιάνου μου έφεραν
Μαύρα τα μισά, λευκά τα υπόλοιπα
«Τώρα νιώσε τη μουσική με τα δάχτυλά σου
Ακούς την ομορφιά να κρατάει
Τον ρυθμό μέσα από τα κόκκαλα σου;»

Αλλά εμένα με είχε συνεπάρει η θερμότητα
Που δύο σώματα μονάχα μπορούν να παράγουν
Όπως ξαπλώνουν σε παγωμένα κρεβάτια
Λιώνοντας τα για να τα κάνουν νερό
Που γίνεται δροσοσταλίδες πρωινές στα φύλλα ενός δέντρου.

«Κλείσε τα μάτια σου» μου είπαν
Καθώς δύο άνθη μου έφεραν
Κίτρινο το ένα, το δεύτερο λευκό
«Τώρα μύρισε το άρωμα με τα μάτια σου.
Αλήθεια, απολαμβάνεις την ομορφιά να απλώνει χρώματα μπροστά στο βλέμμα σου;»

Αλλά εμένα με είχε συνεπάρει η θερμότητα
Που δύο σώματα μονάχα μπορούν να παράγουν
Όταν στα ουράνια πετούν
Δημιουργώντας μονοπάτια φωτιάς
Που γίνονται ηλιαχτίδες για να ξυπνούν τον κόσμο

«Κλείσε το στόμα σου με τα χέρια σου», μου είπαν
Καθώς ένα σώμα μου έφεραν
Το μισό γυναικείο, το μισό ανδρικό
«Τώρα, έρωτα κάνε με τη φαντασία σου.
Απολαμβάνεις τον εκρηκτικό οργασμό
Που σταματάει τον παλμό της καρδιάς σου στιγμιαία;»

Αλλά εμένα με είχε συνεπάρει η θερμότητα
Από χιλιάδες γεγονότα απαράμιλλης ομορφιάς που σε αυτόν τον κόσμο έκλεψαν τις αισθήσεις μου.

Cox's Bazar 09 March 2016


Ωδή στην υπάρχουσα γνώση/ Οde to the existing knowledge

Τι άλλο να γράψουμε
Ότι ήταν να γραφτεί, εδώ είναι ήδη
Στις πέτρες και στις περγαμηνές
Στους πάπυρους και τα μάρμαρα
Σε κάποιο κομμάτι χαρτί
Σε μία εφημερίδα παρακατιανή
Στο ψυγείο, σε ένα σημείωμα
Στους τοίχους με σπρέι και στα δέρματα
Με βελόνες που στάζουν μελάνι

Όλα έτοιμα είναι και περιμένουν
Αδερφή μου που ήρθες  εδώ να βρεις τον εαυτό σου μα δε μέτρησες τους κηφήνες
Αδερφέ μου που ζητάς να φύγεις από εδώ για να βρεις μια ζωή πέρα από τη ζωή σου
Σταθείτε λίγο και αφουγκραστείτε τα λόγια
Δε χρειάζεται να γράψω άλλα καινούρια
Όλη η ηθική, οι συμβουλές μου προς εσάς
Στέκουν και βαλτώνουν σε κάποιο ράφι υγρό
Σε κάποια σκοτεινή γωνιά
Σε ένα βουνό που το τρώει κάθε μέρα το κύμα
Σε ένα λατομείο που το ανατινάζουν όποτε χρειάζεται να σκεπάσουν τις κραυγές
Σε ένα βράχο που το φώς τον ξεθωριάζει ανελέητα
Σε ένα κορμί που ρυτιδώνει και αργοπεθαίνει

Εκεί είναι τα πάντα και πάντα θα περιμένουν
Εμένα δε με χρειάζεστε να τα πω αλλιώς
- Τι σημασία έχει άλλωστε να βάλεις τα ρούχα σου ανάποδα, αν δε γελάει με εσένα ο κόσμος; -

What else can we write
Whatever was to be written, is here already
On the stones and on the parchments
On the papyruses and on the marbles
In some piece of paper
On a lousy newspaper
On the fridge, on a note
On the walls with spray and on the skin
With ink dripping needles

Everything  is ready and waiting
My sister, that you came here to find yourself, but you invited along the drones
My brother, that you ask to get away from here to find a life beyond your life
Stay both a bit here and hearken the words
There is no need for me to write new ones
All of my ethics, all of my counseling for you
Are stagnant and bogged in some moist shelf
In a darkened corner
On a mountain that is been eaten daily by a wave
In a quarry that is been exploded every time they need to cover the scream
On rock that is been  faded mercilessly by the light
On a body the wrinkles and slowly dies

Everything is there and everything always is waiting
You do not need me to alternate them words
- What is the point after all to wear your clothes inside-out; if the crowd does not laugh at your when you do it?-

Lebanon, Tyre, 26.07.2016


Nα γυρίζει/ To rotate

Πόσα «Δεν είμαι καλά»
κρυφτήκαν πίσω από χαμόγελα
Πόσα «Παράτα με», έμειναν πίσω από
«Εντάξει, ας το συζητήσουμε»
Πόσα «Είσαι ηλίθιος»
χάθηκαν πίσω από ένα «Βεβαίως κύριε»
Πόσα «Πήγαινε στο διάολο»
γλυκάθηκαν από κεφάλια κατεβασμένα
Πόσα «Με κούρασες» έμειναν να χάσκουν
«Δεν πειράζει»
Και πόσες ήττες στολίστηκαν
με νίκες για να μοιάζουν
Πόσα λάθη ανάποδα γύρισαν
για να θυμίζουνε σωστά
Πόσος πόνος έγινε αρρώστια, αντί να γίνεται οργή
Πως η αλήθεια ψέμα γίνεται
για να συνεχίσει να γυρίζει  αυτή η γη…
How many “ I am not feeling well”
were cautious hidden behind smiles
How many “Leave me alone” stayed behind “Ok, let us talk about it”
How many “Hey, are you stupid?”, were lost behind a “Of course, sir”
How many “Go to hell”, were sweetened by lowered heads?
How many “Oh, you make me tired” left gasping “It does not matter”
And how many defeats were decorated,
so as to look like victories
How many wrongs were turned upside down
in order to remind of rights
How much pain became sickness, instead of hate.
How gently the truth becomes a lie
so this earth does not stop to rotate...

Lebanon- 22.07.2016