19.2.09

Αστική Λήδα (Ι.Ν.Ι)


Το ξέρω ότι βαριανασαίνω Λήδα
Όποτε είμαι τόσο κοντά σου μα,
Δεν είναι η κοντή ανάσα της ηδονής πια
Παρά η κούραση και η πίκρα και η απογοήτευση
Για αυτά που νιώθω, αυτά που βλέπω, αυτά που κάνω
Μα για αυτά μιλιά δε βγάζω.

Στο διάβα σου τους βλέπεις Λήδα
Πιο κάτω δύο τετράγωνα από της γνώσης το αντίσκηνο
Με ρούχα παλιά και μελαψό το δέρμα
Σαν εκδιωγμένοι άγγελοι να σουλατσάρουν
Μέρα μεσημέρι ενώ εσύ από τη δουλειά γυρίζεις
Και με την πανοπλία σου την ασημένια τους αγγίζεις
Την πανοπλία που φοράς για να σκεπάσεις το ότι να πολεμάς δεν ξέρεις
Αυτούς που από το ανάθεμα ξεφύγανε
Στην κόλαση να βρούνε το φώς τους ‘φτάσαν

Στους κόσμους τους έχουν περάσει Λήδα
Οι νεκροζώντανοι που με βιά ψάχνουν όρθιοι να σταθούν
Στη διαδρομή που ίσως και η τελευταία τους να είναι
Τα μελανιασμένα χέρια τους βελόνες χρόνια τώρα τα τρυπάνε
Λίγες ανάσες έχουν, και αυτές για λίγα κέρματα τις χαραμίζουν
Λερώνοντας με το κάθε άγγιγμά τους
Το νυφικό, το νεκρικό σου το φουστάνι.

Στα πόδια σου όλα είναι Λήδα
Και όμως σαν και μας τους άλλους και συ είσαι
Ψάρι νωθρό μέσα στη γυάλα της παράνοιας
Με το ηλίθιο εκείνο το βλέμμα πώς κοιτάζεις έξω
Την τροφή που σου δίνουνε και στη μύτη το τεχνητό το οξυγόνο
Να τα φας και να χωνέψεις, όρεξη καλή σου
Ώσπου να πνιγείς μες τα δικά σου περιττώματα
Άλλος ένας νεκρός Ιχθύς με άδεια Ιδεολογία.

Το βράδυ σαν θα πέσει, Λήδα
Ξανά όπως πάντα τα ρούχα θα πετάξεις
Στον επιτάφιο με τα θολά νερά να πας, τα χαμηλά τα φώτα
Με τα λουλούδια τα νεκρά και τις φάλτσες χορωδίες
Στους κόλπους του στρεβλού παράδεισου με τις γαλάζιες λίμνες
Τον κύκνο που θα σε αποπλανήσει, και απόψε περιμένεις

Δεν είμαι ο κύκνος με τις φτερούγες τις λευκές Λήδα,
Μήτε ο Δίας που ποθεί τα μακριά άσπρα σου πόδια
Ούτε καν ο μέθυσος που δεν έχει πια τα λογικά του
Μόνο Σκύλος με δόντια λυσσακά και με μεγάλα νύχια
Αυτό είμαι και πρόσεξε, ζητώ να σοδομίσω
Να σου ματώσω το όνειρο
Και όλων των ψυχών τον εφιάλτη στα όνειρά σου
Ξανά να ξεκινήσω

Πόσο με ξέχασες να λες
Όχι πως με θυμάσαι
Γιατί η γενιά σου έσβησε
Και συ γλυκά κοιμάσαι.

ΥΓ: Αυτή η φωτό είναι από τις πιό "αληθινές" και "προκλητικές" του Χρήστου, κατά την ταπεινή μου άποψη. Επίσης, η ιδέα της προσαρμογής του μύθου της Λήδας στα δικά μου μέτρα και στα μέτρα της φωτογραφίας, έγινε από ένα πίνακα ζωγραφικής της Α.Χ. την οποία και ευχαριστώ πολύ.

18.2.09

Παράγωγα


Ποια της παρέας τα παράγωγα;
Πόσες ιδέες χωράνε σε ένα ποτήρι;
Σε ένα απύθμενο καθίσαμε χωνευτήρι
Πίνοντας της Ζωής μας τα παράπονα.

Κάθισε και η δροσιά από δίπλα
Ανοίγοντας της αθωότητας της τα τετράδια
Μόνη, μαυροντυμένη και ψυχρή
Σαν του ατελέσφορου έρωτα την αδιαφορία
Χωρίς καρδιά απλώνοντας τις γνώσεις της στο ίδιο Ξύλο
Που κάποτε οι Ιουδαίοι το Χριστό είχαν κρεμάσει

Κόπο κάναμε πολύ, τα φρούτα και το αίμα να μαζέψουμε
Από το λάρυγγα που σφόδρα κατρακυλούσαν
Σαν έπαιρνε και βράδιαζε και φεύγαν και οι βιτρίνες
Μόνους μας αφήσανε να περάσουμε με δυσκολία
Τους τοίχους που οι γριές τόσο περίτεχνα είχαν πλέξει
Παράγωγα του νήματος στο διάβα μας απλώνοντας
Των προηγούμενων γενιών τις κατάρες και τις ευλογίες
Στο προσκεφάλι μας απόψε έχουνε κεντήσει.

Αφιερωμένο στο Δημήτρη Μ. Μουσική από το Μικρό Καφέ στο Περιστέρι.

Άνομα Ερωτήματα



Είσαι μόνος;

Δε σε ρωτάω στ’ αλήθεια
Μα αφουγκράζομαι τους χτύπους του αίματός σου
Στις γαλάζιες φλέβες σου
Ούτε καν με ενδιαφέρει
Μα θέλω λίγο από τα μάτια σου να αρπάξω
Που ξανοίγουν στις χαρές μα και στις μεγάλες λύπες

Ξημέρωσε;
Μπορώ να δω τον ουρανό να φωτίζεται
Κι όμως μεγαλώνει η απορία μου
Πως είναι δυνατόν να αντλείς από τη νύχτα τέτοια ομορφιά
Πως μπορείς και τη χαρίζεις στο πρωινό φεγγάρι
Που να σβήσει δε προκάμει;

Πως σε λένε;

Μια φορά σε ρώτησα μα είχα στο νου μου άλλα
Πώς να γεμίσω το κενό μέσα στο κορμί μου
Με το κενό που τα χέρια σου κυκλώνουν
Όταν μπροστά στου όχλου τα αδιάκριτα μάτια με αγκαλιάζεις
Πάνω στης πρωινής προσευχής τη λερωμένη άγια τράπεζα

Θα προσέχεις;
Γιατί ήσουν ότι είχα μα δε σε έχασα
Απλά σε άφησα να φύγεις
Μόνο και μόνο για να κοιμηθώ λιγάκι
Πριν το ταξίδι το μεγάλο ξεκινήσει,
Μη με βρουν τα κύματα κουρασμένο…