Καμια φορα οι εικονες προκαλουν χιλιες λεξεις. Καμια φορα οι λεξεις "φτιαχνουν" εικονες. Καποιες εικονες μπλεκονται τοσο πολυ με τις λεξεις, που δε μπορει κανεις να καταλαβει τι αρχιζει απο που...Και αυτο δεν ειναι καν τεχνη. Ειναι τεχνη στο παρα 5. Χ+Α.
Πως θα ήθελα κάποια στιγμή να γίνω Ο άνθρωπος με το καπέλο Σε ένα πλήθος άσκεπων μέσα Που για δικαιοσύνη ζητωκραυγάζουν Να το βγάλω και ψηλά να το πετάξω Με τη μάζα να γίνω ένα για λίγο Και όταν πέσει να το πιάσω Και σκυφτός να φύγω Σιγομουρμουρίζοντας... "Είμαι διαφορετικός"
Τελευταία χωνεύουμε πιο εύκολα Ακόμα και το άβραστο φαΐ Και τις πέτρες ακόμα που Στο στομάχι πέφτουν κάνοντας κρότο Η μία καθώς χτυπάει πάνω στην άλλη Αφού για ξεροκόμματα τις βλέπουμε
Ίσως βέβαια βοηθάν και οι γροθιές στο σώμα Που μάθαμε να δεχόμαστε Τον πόνο που προκαλούν Σαν πειραματόζωα ενστερνιζόμαστε Την χώνεψη μας διευκολύνουν Από τότε που σταματήσαμε να ξερνάμε
Από τότε που γίναμε αυτό που τρώμε Το άνοστο, το βρώμικο, το λιπαρό φαΐ Εκείνο που μία φορά σε σκύλους το πετούσαμε Τώρα το μηρυκάζουμε, δεν το μασάμε απλά Το βάζουμε μέσα μας βαθιά Με αλκοόλ το σβήνουμε Λίγο πριν το ρεύμα κλείσει Μαζί με τα βλέφαρα, Μέχρι αύριο Σαν πόσα αύριο να ‘μείναν…
Η βαλίτσα μικραίνει σε κάθε ταξίδι μικραίνει. Η υπομονή μου μικραίνει, Κάποτε ξεχύλιζε τη βαλίτσα Τώρα δε χωράει, μικραίνει Η χαρά μου μικραίνει Ταξιδεύει μακρυά,μικραίνει Αφήνει λίγο, λίγο τα κομμάτια της Και φυσικά μικραίνει Σαν τη ματιά μου, που μικραίνει Σαν ταξιδεύω, ξεμακραίνει Αλλά χάνεται στον απειρο ορίζοντα Και έτσι, όλο μικραίνει Σε κάθε ταξίδι σαν τη ζωή που σπαταλάμε σε κάθε ταξίδι Και αυτή μικραίνει Μένουν οι μέρες στις κουπαστές Και στα αεροδρόμια Και ο κόσμος μικραίνει Όλα μικραίνουν Δε με χωράει πιά Μικραίνει και εγώ δε μεγαλώνω, Μα πέφτω, από την άκρη του Πέφτω...
27/04/2010 Αθήνα
Russian Circles- When the Mountain Comes to Muhammad
Άργησα μα κατάλαβα ότι η ψυχή μου μαύρος σκύλος είναι Σκύλος κουτσός και με ένα μάτι Που στραβώνει, το άσπρο φως σαν τη λούζει
Και αυτή βαριά κάθεται πάνω στα σκέλια μου Στο κεφάλι μου όνειρα βάζοντας Που το πρωί δε θα θυμάμαι μα, Θα είναι εκεί, Να παίζουν με τις μνήμες
Όταν την ξυπνώ, το κεφάλι μου στο μεγάλο ρολόι θα κολλήσει "Κοίτα στραβέ, κοίτα" μου φωνάζει "Σαν κοιτάς ο χρόνος πιο αργά περνάει, θα μεγαλώνεις πιο αργά, Να πάψεις το θάνατο να τρέμεις"
"Δεν είσαι τίποτα παρά σάρκα-αίμα-κόκκαλα Ένα καλό σακί για λίπασμα Για τις γενιές που θα έρθουν Και το κεφάλι σου που τώρα Γεμάτο θησαυρούς σου μοιάζει Αύριο στάχτη θα έχει γεμίσει"
-Μη με παραμελέις, φοβάμαι -Κοιμήσου -Δεν μπορώ, πες του θανάτου να έρθει.
Καθόσουν αμίλητη Και οι στιγμές αιώνες μου φανήκανε Αιώνες πεταμένοι εδώ και εκεί Στου ισογείου το λιγοστό φως Καθόσουν Αμίλητη
Μέχρι το στόμα σου που άνοιξες Γαλάζια ήτανε τα μάτια σου Μετά φωτιά γινήκανε και Αρχίσανε να καίνε τα λόγια που είπες, Μέχρι το στόμα σου που άνοιξες
«Είσαι Ετερόφωτος», μου είπες και Ξανά τη σιωπή επέλεξες Γιατί σ’ αρνήθηκα χωρίς να σε ρωτήσω Δίχως να σε σκεφτώ «Είσαι Ετερόφωτος», μου είπες
Εγώ δε σου απάντησα Καθώς με σθένος μου το ζήτησες Όχι με λόγια, αλλά Με το κενό εκείνο που τα δόντια σου γεμίζει Εγώ δε σου απάντησα
Μάθε τούτο όμως. Τα φεγγάρια μέσα στη νύχτα βασιλεύουν Μέσα στη νύχτα ανθούνε και μαραίνονται Το φως χαρίζουνε για λίγο στους ανθρώπους Μάθε και τούτο, όμως.
Και η ποίηση και τα άσματα Για τα φεγγάρια εξιστορούν Για τις θλιμμένες κόρες Που εμάς τους ετερόφωτους Θλιμμένα αγαπούνε Σαν σήμερα που πανσέληνο έχει.
Κατανάλωση, Μόνο Λαμβάνω αγάπη Παίρνω στοργή, Καταναλώνω τα Πάντα.
Κατανάλωση, Μόνο Λαμβάνω αγκαλιές Παίρνω φιλιά Αέρα Δίνω
Κατανάλωση, Μόνο Λαμβάνω ευχές Παίρνω ενέργεια Δάκρυ Επιστρέφω
Κατανάλωση, Μόνο Λαμβάνω αποδοχή Παίρνω ιδέες, Κάρβουνο Χαρίζω
Κατανάλωση, Μόνο Λαμβάνω τα πάντα Όλα τα παίρνω Και τι βγάζω
Τίποτα, απλά εξαϋλώνω Απλά αποστραγγίζω Απλά καταβροχθίζω Σιγά, σιγά…. Μόνος μου θα μείνω Τα άκρα μου θα αρχίσω να ροκανίζω Μήπως και χορτάσω, Μήπως και χαθώ,
Πήρα σαπούνι, από αυτό το πράσινο Που η γιαγιά μου λουζόταν Σαν ήταν κοπελίτσα Και έκανε τα αγόρια να τη χαζεύουν Με μάγουλα κόκκινα από ντροπή
Πήρα σαπούνι, από αυτό το πράσινο Σκάλισα μία βάρκα και την έριξα Στης Σκόπελο το καταγάλανο λιμάνι Τόσο, που σαν δάσος έμοιαζε Σαν το ίδιο το νησί, μέσα στο πέλαγος το Αιγαίο
Πήρα σαπούνι, από αυτό το πράσινο Ξανοίγοντας τη βάρκα με κουπιά από αλάτι Μήπως και τους λεγεωνάριους μπορέσω και ξεπληρώσω Που με τόσο κόπο αγωνίζονται Για την δική μου ευημερια
Πήρα σαπούνι, και αλάτι, και βάρκα έκανα Το περιφρόνησα το ξύλο Γιατί μ'αυτό σταυρώσαν το Χριστό Γιατί μ'αυτό δίχως κολύμπι επιπλέεις
Με τη βάρκα αυτή ξανοίχτηκα Μα άρχισε να λιώνει, παν τα κουπιά Πάει η καρίνα, έλιωσε και άφρισε Σαν τη μπουγάδα κάτω από τον ήλιο Μέσα στη σκάφη
Σκοπό δεν είχα να πνιγώ Ούτε να φτάσω κάπου Μόνο από τις αμαρτίες να πλυθώ Λίγο πριν πιάσω πάτο
Και το σαπούνι, και το αλάτι, με ξεπλύνανε καλά, με σφούγγιξαν μου άλλαξαν το αίμα Το κύμα το τραχύ με ξέβρασε Έξω στον Πάνορμο, στο Στάφυλο, στη Γλώσσα.
Και όταν πια από τα πάντα στέγνωσα Σαν ρούχα καθαρά μου βρήκα Είπα να σταματήσω τα πειράματα Καιρός να πάρω το καράβι
26-02-2010 Σκόπελος Λιμάνι, περιμένοντας το πλοίο, μέσα σε ένα νοικιασμένο Toyota Aygo