Καμια φορα οι εικονες προκαλουν χιλιες λεξεις. Καμια φορα οι λεξεις "φτιαχνουν" εικονες. Καποιες εικονες μπλεκονται τοσο πολυ με τις λεξεις, που δε μπορει κανεις να καταλαβει τι αρχιζει απο που...Και αυτο δεν ειναι καν τεχνη. Ειναι τεχνη στο παρα 5. Χ+Α.
Not with the wild Not with the lost Not with the weird Not with the Darkness I embrace clarity and light I wake with the mild Doing mushy things Expecting all from the seed But nothing from the tree Cause the tree is to high And I always was afraid of heights So, I clarify the air that I breath Tell the world I a bright as a flicker Extracting my soul Putting it under the sun to dry Away from the smoke of the green But near to its short house Diving deep with the descendant Who screams to be evacuated As soon as the dawn is cracking Waving and throwing glances To a sinister chain of events Of pure luck that brought All of au to the edge of time Within few steps from the edge Across few meters of creation But far away from redemption Not because we are sinister Not even because we look like angels Not quite the things that nice people want Not exactly explanations piece But because it’s time For a miracle To change itself To light, to air to brain and body Until we withdrawn Into Insanity
My Long Arm Reaching Afar To the other side Of the big lake Grasping the world Engulfing the soul Of mischief and lies
My Long Arm Prefers to stay near by Few meters away Grasping gravel and dirt Whispering to the machines Inhaling the fog Exhaling rust And rotten flesh odor
My Long Arm Amputated every day Like the hydra reviving at night Staring into The neon light
This is According to a HeartBeat Coffee Breakfast U Coffee Breakfast U Coffee Breakfast U Coffee Breakfast U Coffee U U Coffee U U Coffee U U U U U U U U U U […silence…] Hush Fuck off You Know, where to find me…
Ο ακρόλιθος της ευτυχίας είναι όταν δεν γράφω, Όταν δεν χρειάζεται να πιέσω τόσο το μυαλό Όταν δε χρειάζεται να στριμώξω την ύπαρξή μου Σε μερικές χαζές αράδες Που την επόμενη μέρα δε θυμάμαι Σαν τους ανθρώπους που περνάν με σκυμμένο κεφάλι Κάθε μέρα δίπλα μου στους δρόμους Με λειψό ενδιαφέρον για τον αέρα που αναπνέουν Αλλά φαιδροί αρκετά να ατενίζουν το σύμπαν Σαν να το γέννησαν εχτές
Ο ακρόλιθος της ευτυχίας είναι όταν δεν σηκώνω τα χέρια μου Να νιώσω τους παλμούς του πόνου χαμηλά στο στομάχι μου Να τους μετουσιώσω σε λέξεις που χάνουν τον αυτοπροσδιορισμό τους Αμέσως μόλις τις απελευθερώσω από τη φυλακή του νοήματος Και τις κάνω εικόνες και ταξίδια ατελείωτα Στους πιο σκοτεινούς λαβύρινθους Στις πιο φωτεινές γωνιές της πλάσης Στους πιο έναστρους ουρανούς Με το πιο βαθύ σκοτάδι
Ο ακρόλιθος της ευτυχίας είναι όταν δεν πλανάται σκέψη στο μικρό μου κεφάλι Όταν δεν σφαδάζω από το άλγος να γεννήσω νέα αποβράσματα Όταν δεν αγκιστρώνονται οι ιδέες στα χείλη μου και δεν λεν να βγουν Και κατηφορίζουν με βία στα ακροδάχτυλα Λες και το στόμα δεν φτιάχτηκε για να μιλά Αλλά τα νύχια και οι παλάμες μου βγάζουν κραυγές Μέσα στην αγωνία τους να τους ακούσει κάποιος Αν και όποιος τους ακούει στο τέλος τον πνίγουν Για να βρουν τον επόμενο και τον επόμενο Ώσπου να τελειώσουν όλοι οι στοργικοί αυτού του κόσμου Και να μείνουν τα καθάρματα και οι λιμασμένοι Οι πιο βρώμικοι από τους σάπιους Οι όμοιοι μου, τα αδέλφια μου και οι εραστές μου
Είμαι σκόνη, χωράω στις χαραμάδες των σκέψεων Στις πέτρες των δρόμων και στα αυλάκια των ελαστικών Απλώνομαι στο κράσπεδο να με πατάν οι απρόσεκτοι Και με τινάζουν οι γιάπηδες από τα σακάκια τους Είμαι σκόνη, μα όταν φυσάει διαλύομαι Χάνομαι και κάθε λίγο μου λείπουν και μερικοί κόκκοι Η κλεψύδρα μου διαλύεται στο χρόνο Και οι πονηροί τρίβονται απάνω μου Να γλιτώσουν την απρόσωπη φαγούρα τους Με εκείνο το ανέκφραστο χαμόγελο που καθυστερεί να δώσει απαντήσεις Και όταν τις δίνει είναι μονολεκτικές και ανούσιες Σαν τους χρησμούς της Πυθίας μετά τις ορμηνεύουν Όπως θέλουν και μπορούν και τους βολεύει Και εγώ εκεί νομίζω ότι βρίσκω τον ακρόλιθο της ευτυχίας μου, Όμως εκεί γεννιέται ο θάνατός μου και η συντριβή μου Ακριβώς πάνω στο θρίαμβό μου εκρήγνυμαι Χωρίς να σκορπίσω θραύσματα, Μόνο θόρυβο και κατηγορίες Για την κατάντια μου και το κακό μου χάλι Στον ακρόλιθο της ευτυχίας μου χρόνια τώρα κατουράω Γλύφω, καθαρίζω και συνεχίζω Ώσπου να ματώσει η γλώσσα μου Ή ώσπου να τον λιώσω. Έτσι ξορκίζω το χαμόγελο…
Όριο στη δίψα του ανθρώπου Δε λογίζεται και πέρας δεν υπάρχει Σαν η ψυχή κλονίζεται Και μεθυσμένη τα πρωινά βγαίνει Μια βόλτα τον κόσμο να τον φέρει Δίχως να βλέπει η τυφλή Τον πόνο, τη συφορά και το δάκρυ Το μαύρο το βαθύ που απλώνεται Κάτω από κάθε ξημέρωμα Πίσω από κάθε λάμψη Έτσι που η δίψα Απλώνει και θεριεύεται Χίλια κομμάτια σκίζεται το σύμπαν να κυκλώσει Και άστρα και ουρανούς και δαίμονες και αγγέλους Να καταπιεί μπας και χωρέσει Τον αναβρασμό ετούτο Δίπλα στης μοίρας το άρμα Με τα 40 άλογα και τον οδηγό που γνέφει Στη Ζωή πότε και πότε στο Χάροντα Πότε στο Φως και πότε στο Σκότος Σαν του ξεφεύγει το γκέμι το ασημένιο Και πασχίζει τα άλογα να φέρει Στο δρόμο τον ίσο πάλι Έτσι και η δίψα χάνεται Από του ανθρώπου το μάτι Μα μέσα στέκει, καρτερά Την ώρα ετούτη που φτάνει Να πηδήσει στο κενό Όλα που να τα φέρει βόλτα Και απ’ το Θεό να ζητήσει Τι ακριβώς είναι αυτό Που οι ζωγράφοι αποτυπώνουν Χωρίς καμβά Μόνο έναν τοίχο λευκό Διαθέσιμο όταν έχουν Με μερικές κηλίδες αίμα Για χρώμα και πνοή