Καμια φορα οι εικονες προκαλουν χιλιες λεξεις. Καμια φορα οι λεξεις "φτιαχνουν" εικονες. Καποιες εικονες μπλεκονται τοσο πολυ με τις λεξεις, που δε μπορει κανεις να καταλαβει τι αρχιζει απο που...Και αυτο δεν ειναι καν τεχνη. Ειναι τεχνη στο παρα 5. Χ+Α.
Φτιάχνω λιτά και απλά Χωρίς στολίδια πολλά Κάτι στεγνό σαν εμβατήριο Κάτι χαζό, σαν παιδικό τραγούδι Κάτι εύκολο και καθημερινό Σαν «Ένα, Δύο, Τρία» ή μάλλον Σαν «Καλημέρα σας κυρία» Μέχρι και εγώ να το καταλαβαίνω Σαν το μουρμούρισμα σε λαϊκό τραγούδι Όπως ο αναστεναγμός σε ερωτική ταινία Σαν μακαρόνια στην κατσαρόλα του εργένη Φτιάχνω απλά, φτιάχνω λιτά Ένα μοτίβο σκέτο Δίχως τις λέξεις τις βαριές Χωρίς κρυφά νοήματα Φτιάχνω αυτό που ζήτησες Όσο απλό και αν βγαίνει Τίποτα δε θα αφήσω να εννοείται Τίποτα στο σκοτάδι ή στο ημίφως Αποκτηνώθηκα και στέρεψα Καιρός να ξαποστάσω Μόνο, άσε νε γείρω πλάι σου Πριν φύγεις σαν τον κλέφτη…
Ας παγώσουμε το χρόνο Ας πούμε όλα τα κλισέ και Τετριμμένα πράματα που Λένε αυτοί που φαντασίας στερούνται Ξανά ας αρχίσουμε Τον κόσμο να μαθαίνουμε Μέσα από λάθη και ανούσιες Κινήσεις, ας είναι όλο αυτό Μια πράξη επανάστασης Εμπρός στον εαυτό μας τον ίδιο Που σαπίζει σε καρέκλες και Σε φθορίζουσες μπροστά οθόνες Γιατί τώρα αν δεν πατήσουμε πόδι Μια ζωή καταραμένοι θα είμαστε «Ας ήταν να ήταν τότε» Θα ψελλίζουμε, με τη μόνη Διαφορά ότι αυτό το «Ας» Παρελθόν θα είναι Μήτε παρόν, μήτε μέλλον.
Το ξημέρωμα αργεί Και ο καυτός αέρας Σπρώχνει τα σκουπίδια Ανάκατα με τις κακές σκέψεις Στις πύλες του λιμανιού μπροστά Σαν το Λεωνίδα, ή σαν τον Εφιάλτη Στέκει ο Αχθοφόρος και έτσι μιλά: « Καλήν ημέρα άρχοντα και ας είναι ο ορισμός σου. Τα πλοία δεν κινήθηκαν Αέρηδες δεν ήρθαν Η Ιφιγένεια στέκεται στου λιμανιού την άκρη Ανάσκελα απάνω στο βωμό Δε την εσφάξαν βλέπεις Οι Αργίοι τα παράτησαν Γινήκανε εμπόροι Μα αυτή ακόμα ανάσκελα Στο κρύο μάρμαρο επάνω Με το λευκό το φόρεμα Με τα βαριά τα στήθη Τον κόσμο να θηλάζει και τους περαστικούς Της λησμονιάς το γάλα Τα άστρα κρυφοκοιτώντας Ακόμα περιμένει το μαχαίρι».
Και ενώ να φύγω έκανα, Άκουσα και άλλα λόγια: « Μη σε τρομάζω άρχοντα Και ας είμαι δύσμορφος λιγάκι Μες στο σκοτάδι χάνεται αυτή η ασκήμια πάντα Η νύχτα τα η ψιμύθια της Πάντα μου τα χαρίζει. Βλέπω τα πόδια μου κοιτάς, Είναι στραβά, το ξέρω Αρμύρα και θάλασσα τα φάγαν τόσα χρόνια Μα οι φίλοι μου οι κάβουρες Μου μάθαν να πηγαίνω Πλάι το πλάι και μπορώ Στην πλάτη μου να βλέπω.
Μα έλα τώρα, το θωρώ (είμαι και μάντης βλέπεις, τέχνη κρυφή, παράνομη την έμαθα από τον Κάλχα) Θέλεις το βάρος σου να αφήσεις Έλα και ξέρω εγώ Πάμε προς τα πολλά τα φώτα Τρεις σειρήνες που βαστούν Τα μυστικά του κόσμου. Φόρα μπαμπάκι στα αυτιά Έμπα, εγώ ξοπίσω θα ‘μαι Ωσάν τον Αίαντα πιστός, Τις πύλες θα φυλάττω».
Έτσι λοιπόν και έγινε Έτσι λοιπόν και μπήκα Έτσι λοιπόν περίμενε εμένα αυτός στην πύλη.
Και όταν έξοδο έκανα, από το χέρι με έπιασε βγάζοντας απ’ το στόμα του τις λέξεις παρακάτω: «Άρχοντα σε βοήθησα, Κουβάλησα το βάρος Κάποιο αντάλλαγμα θέλω Ότι νομίζεις φυσικά Ταρίφα εγώ δεν έχω Αλλά πολύ θα ήθελα Της Αρχοντιάς σου μία φλοίδα»
Στα λόγια αυτά Τα μάτια του αστράψανε Και το χαμόγελο πλατύ, μεγάλο Βγήκαν τα δόντια του μπροστά Θαλασσοδαρμένοι βράχοι. Σάμπως σα να μην το θελα Μου ήρθαν τα παρακάτω λόγια: « Αχθοφόρε, βλάσφημε Την έκανες τη δουλειά σου Και η επιθυμία σου Ας είναι και δικιά μου Ότι ποθείς θα το έχεις Αυτήν την αρχοντιά μου Μα όχι μια φλοίδα μοναχά Πάρτην, ορίστε χάρισμά σου όλη. Φόρα την και τρέχα στους ομοίους σου Να καμαρώσεις τώρα Μα είσαι σίγουρος πολύ Το βάρος της θα αντέξεις.»
29/11/2010
Λιμάνι Πειραιάς 6:20 το πρωί Σπίτι Αθήνα 9:15 το πρωί
Ακόμη θαλασσοπνίγομαι Εγώ που ναυτικός δεν έκανα Παρά για μια βδομάδα Έκτοτε ακόμα κόντρα φυσά Και η γέφυρα κρύβει το φάρο Κάθε πρωί ξανά μπαρκάρω Αλλά τα δάχτυλα δεν φτάνουνε τους κάβους Δεμένες μελωδίες τρεμοπαίζουν στα σκοινιά Που απ’ την προβλήτα δεν ξεπλέκουν Γέμισε το κατάστρωμα στρείδια και κοράλλια Σκίζονται τα πόδια μου ολημερίς Το βράδυ στο αλάτι τα μουσκεύω Μήπως και γιάνουν, αλλά που… Με το αίμα στολίζω την μπαντιέρα μου Και από τον ιστό κρεμάω Όσα δεν έφτασα να αποσώσω Σαν δίπλα μου τα κύματα Θεριά όλο γεννούνε Και γω ο φτωχός, κολύμπι λέω όλο θα μάθω Μα η νύχτα μολύβι στα πόδια μου Έχει από καιρό στολίσει.
Σήμερα τα ξημερώματα Πριν να απαντήσω της αυλής τους κόλακες Πήγα ψηλά και συνάντησα Δύο παλιούς Βουρκόλακες
Ο ένας πάντα θηλυκός και σερνικός ο άλλος -Πάντα Ζευγάρια γίνονται, φοβούνται αυτό το πάντα- Για αυτούς ο χρόνος γίνεται Ανυπόφορα μεγάλος
Ο σερνικός τα λόγια του μασούσε Του έλειπε η μασέλα Ο θηλυκός ξερακιανός Χρόνια μέσα στα φέρετρα Εδώ και καιρό, δεν το είχε ζέψει σέλα
Φρικιαστικά σερνόντουσαν Μέσα στο ρημαγμένο σπίτι Μπαγιάτικο καφέ μου έδωσαν «Συμπάθα μας», μου είπαν, «Όλο και κάτι λείπει»
Χρόνια είχαν άνθρωπο να δουν Με κοίταζαν σαν να ‘μουν κάποιο τρόπαιο Τα χείλη τους έγλυφαν αριά Κοιτάζοντας την καρωτίδα μου Το βλέμμα τους γινόταν αποτρόπαιο
Δύσκολα όμως θα με πλησίαζαν -Και το είχα καταλάβει- Κυνόδοντες δεν τους έμειναν Μόνο οι χρυσές οι λύρες Που από ένα καλόγερο έκλεψαν Λίγο πριν μεταλάβει
Σαν την πραμάτεια τους μου έδειξαν Είπα καλά το ποίημα Από το νεκρόσπιτο έκανα γοργά Μα ευγενικά να φύγω Σίγουρα δε θα το ήθελα, να γίνω εγώ το θύμα
Από το χέρι με έπιασαν Το δρόμο να μου δείξουν Και πριν την πόρτα να κλείσω Άκουσα αυτά τα λόγια:
«Εμείς οι τρισκατάρατοι της νύχτας, Λίγο νεκροί, λίγο ζωντανοί, Μα τίποτα από τα δύο Ένα σκοπό τον έχουμε Να μας φθονούν τα πτώματα Και οι ανάσες την αξία τους να βρίσκουν».